08-Β. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ FEDERICO GARCIA LORCA LYRICS

 
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλουκια οι Σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ΄ αχαμνά του

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι,
Τραβέρσο ανάποδο - πορεία προς το βοριά
Τράβα μποραστά - ξοπίσω εμείς - και μη σε μέλλει

Κάτου απ' τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροι΄σταυροί στα περιβόλια
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στην μπόλια

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω ;
Φέρτε το μαυρίτάνικο σκουτί το πορφυρό
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα εν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό

Κοπέλες απ' το Δίστομο φέρτε νερό και ξύδι
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μεσ' απ' τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριά να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά